σαμοβάρι

το, Ν
ρωσικής προελεύσεως μεταλλικό σκεύος αποτελούμενο από βραστήρα και από μια μικρή εστία, στο οποίο βράζει νερό για την παρασκευή τσαγιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ρωσ. samovar «αυτό που βράζει μόνο του» < samo- «ίδιος, μόνος του» + variť «βράζω, μαγειρεύω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαμοβάρι — [самовари] ουσ. о. самовар …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαμοβάρι — το (λ. ρωσ.), μετάλλινο σκεύος όπου βράζουν το νερό για το τσάι, τσαγιέρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek

  • samovar — SAMOVÁR, samovare, s.n. Vas de metal folosit la fiertul apei pentru ceai. – Din rus. samovar. Trimis de RACAI, 07.12.2003. Sursa: DEX 98  samovár s. n., pl. samováre Trimis de siveco, 10.08.2004. Sursa: Dicţionar ortografic  SAMOVÁR samovare n …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.